αν-

αν-
(Α ἀν-) στερ. μόρφημα (άνεργος, αναίτιος, ανίδεος κ. τ. ό)
βλ. Α, α (το α ως πρόθεμα, 1. στερητικό).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”